Νικήτας Φωκίδης: Ζω πάντα εδώ γύρω και θυμάμαι

530

Με διηγήσεις και βιώματα, ο συμπολίτης μας Νικήτας Φωκίδης, αφιέρωσε στο anazitisinews.gr, το ταξίδι του στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια την δεκαετία του 1950 στην Νέα Φιλαδέλφεια.

Εγώ και τα δυο αδέλφια μου, η Θεοδώρα και ο Αλέκος γεννηθήκαμε στην Πλατεία Κωνσταντινουπόλεως από γονείς που εγκαταστάθηκαν στο Συνοικισμό το 1927 ως “πυροπαθείς” της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Η οικογένεια καταγόταν από την Μαλακοπή της Καππαδοκίας, την υπόγεια πόλη καταφύγιο των Χριστιανών στα δύσκολα χρόνια του Βυζαντίου. Σήμερα η πόλη λέγεται Derinkuyu.

Οι γονείς μου, Μιχάλης και Αθηνά, διάλεξαν τον Ποδονίφτη αντί της Κοκκινιάς γιατί ήταν ο πρώτος προσφυγικός Συνοικισμός με άρτια ρυμοτομούμενα οικόπεδα, ανοίγματα και πλατείες. Μια επιλογή που επιβεβαιώθηκε από την αρμονική συνύπαρξη με απλοϊκούς, ήρεμους και ευγενείς πρόσφυγες που αντάμωσαν από διάφορες μικρές πατρίδες.

Η εγκατάσταση και η ζωή στον Ποδονίφτη.

Μόλις εγκαταστάθηκαν, ο πατέρας έπιασε παραγιός σε μπακάλικο στην αγορά της Αθήνας και η γιαγιά με τον παππού, μετέτρεψαν το δωμάτιο που τους παραχωρήθηκε σε μπακάλικο. Ο θείος Βασίλης με το κασελάκι κρεμασμένο στο στέρνο γυρνούσε στα καφενεία πουλώντας τσιγάρα.

Παππούς, Γιαγιά Θείοι, Θείες, Γονείς και παιδιά εγκαταστάθηκαν κοντά, κοντά σε δυόροφες 8κατοικίες. Σα να λέμε σήμερα σε μια διώροφη πολυκατοικία με οκτώ μικρά διαμερίσματα. Για φανταστείτε..Το σπίτι μας ήταν δυο δωμάτια όλο κι όλο, με καμπινέ!

Στριμωγμένοι αλλά νοικοκύρηδες, με το πείσμα για μια νέα αρχή, οι γονείς μας πάλευαν να επιβιώσουν στην καινούργια πατρίδα. Ανέμελα, εμείς τα παιδιά ξεχειλίζαμε την πλατεία και τα γύρω στενά από την ορμή της ηλικίας.

Παρά το στρίμωγμα στα μικρά μας διαμερίσματα, οι οκτωκατοικίες παρείχαν μια αξιοπρεπή αυτονομία αφού χωρίζονταν από μια πέτρινη μάντρα από τις διπλανές και μεγάλη αυλή ενδιάμεσα. Η δική μας αυλή γέμιζε από το τσούρμο της γειτονιάς όταν εγώ και ο αδελφός μου κουνούσαμε τις χειροποίητες φιγούρες του Καραγκιόζη πίσω από ένα σεντόνι. Η παράσταση απαιτούσε και εισιτήριο, κάτι ψιλά σε δεκάρες δηλαδή.

Στην ίδια αυλή, κοντά στην μάντρα δέσποζε το μεγάλο κατάμαυρο γαλβανιζέ καζάνι. Στερεωμένο σε πέτρες με ξύλα αναμμένα στη μέση, χρησίμευε στην οικογενειακή μπουγάδα. Με σαπούνι, σόδα και αλισίβα ως απορρυπαντικά της εποχής και ένα φαρδύ ξύλο για χειροκίνητο αναδευτήρα, θυμάμαι την μητέρα μου να στριφογυρίζει ξανά και ξανά τα ρούχα.

Νερό, για πόσιμο και χρήση, φορτώναμε με γκαζοντενεκέδες από την δημόσια βρύση που βρισκόταν στην γωνία της Πλατείας Κωνσταντινουπόλεως.

Τα παιδικά χρόνια στο μπακάλικο του πατέρα και το σχολείο

Η γειτονιά μας ήταν γεμάτη από παιδιά αφού το ένα και μοναδικό σχολείο, το σημερινό 1ο γυμνάσιο, είχε πρωινά ,απογευματινά και βραδινά μαθήματα με 70 και πλέον μαθητές στην τάξη. Εγώ παρακολουθούσα ενίοτε και το νυχτερινό σχολείο γιατί βοηθούσα τον πατέρα μου στον μπακάλικο. Ήταν το περίφημο μπακάλικο στην οδό Πίνδου μπροστά στο σημερινό πάρκο των Μικρασιατών που το βράδυ γινόταν ταβέρνα με κρασί, γαύρο, τηγανητές πατάτες και μελιτζάνες. Ο χαλβάς ερχόταν στο τέλος με λεμόνι και κανέλα. Ένα κράμα της προσφυγιάς οι πελάτες μας, απολάμβαναν την άριστη ρετσίνα μας αλλά και τον μπαγλαμά του ρεμπέτη Μουφλουζέλη που με τον πιτσιρικά γιο του μάζευε το χαρτζιλίκι. Πελάτης μας , μεταξύ πολλών άλλων, ήταν και ο γνωστός ηθοποιός Χρήστος Ευθυμίου αλλά και ο μαέστρος και μουσουργός Αλέξανδρος Μποτετζάγιας με την έδρα της Φιλαρμονικής απέναντι στην δεξαμενή, στο σημερινό Π.Π.Ι.Ε.Δ.

Την Κυριακή, η γιαγιά μας έστελνε στο κατηχητικό στην ενορία του Αη Γιάννη. Εμείς, μπαίναμε από την μπροστινή πόρτα αλλά βγαίναμε από την πίσω. Προτιμούσαμε να παίζουμε χαρτάκια. Ήταν το αγαπημένο μας.Μαζεύαμε πεταμένα πακέτα από τσιγάρα, τα κόβαμε σε χαρτονάκια και τα πετάγαμε σε μήκος για την πρωτιά. Στα χαρτάκια δίναμε ονομαστική αξία που εξαρτιόταν από το πακέτο. Όταν δεν είχαμε σχολείο οργανώναμε αγώνα με γκαζές ( μπίλιες), παίζαμε ποδόσφαιρο, κρυφτό και μακριά γαϊδούρα.

Ο γαλατάς με τη σούστα από το Μενίδι και οι “Αξιώτες”

Τα πράγματα αγρίευαν όταν παίζαμε πετροπόλεμο με θύμα τα τζάμια της γειτονιάς. Θυμάμαι ακόμη τον Θύμιο τον γαλατά που διατηρούσε γαλακτοζαχαροπλαστείο στην Πλατεία Κωνσταντινουπόλεως (εκεί που σήμερα λειτουργεί μεζεδοπωλείο), και μοίραζε και το γάλα της γειτονιάς, να μας κυνηγάει, αφού τακτικά ενοχλούσαμε την πελατεία του από την φασαρία. Ίσως πάλι γιατί εμείς παίρναμε γάλα από τον Μπάρμπα Γιώργο, που ερχόταν με την σούστα του και ένα άλογο από το Μενίδι. Κουβαλούσε πάνω του ένα μεγάλο γαλβανιζέ δοχείο γεμάτο γάλα και γέμιζε καθημερινά την κατσαρόλα της μητέρας.

Τις ζήνες ( χρυσόμυγες), που τις φωνάζαμε έτσι από τον συνεχή ήχο του ζιιιι που εξέπεμπαν, τις παγιδεύαμε στους Αξιώτες. Έτσι λέγαμε τους Ναξιώτες μανάβηδες που καλλιεργούσαν αχλαδιές, συκιές και τζάνερα στα χωράφια που είχαν στις παλιές”γραμμές του τρένου”, εκεί που σήμερα υπάρχει παιδικός σταθμός. Με χωράφια γεμάτα λάχανα και ζαρζαβατικά, οι Αξιώτες τα φόρτωναν στις σούστες τους και τα διαλαλούσαν για να πουλήσουν στις γειτονιές.

Οι γεμάτες τζιτζιφιές, μουριές και συκιές της γειτονιάς, ήταν η πρόκληση για σκαρφάλωμα και η αιτία για κόκκινα γόνατα και λερωμένα ρούχα. Οι μνήμες δυνατές από εικόνες και μυρωδιές από τις νοστιμιές της κατσαρόλας της μάνας μου και της κα Ειρήνης, της γειτόνισσας. Συχνά τα παιδιά τρώγαμε παρέα, ενώ οι γειτόνισσες πήγαιναν καλούδια η μια στην άλλη.

Χάζι και παιδική περιέργεια ήταν το κοσμικόν κέντρον ” Αλεξανδράτος” για τους θαμώνες και τα αστραφτερά αυτοκίνητα που έρχονταν από όλη την Αθήνα και βρισκόταν στο κέντρο του μεγάλου οικοπέδου μεταξύ Τυάνων, Εφέσου και Πίνδου. Μια τεράστια πολυκατοικία έχει πάρει σήμερα τη θέση του.

Τα παιχνίδια και η Πρωτομαγιά

Το σπορ της εποχής, για τα μεγαλύτερα παιδιά, εκτός από την μπάλα, ήταν το βόλεϊ. Στην οδό Τραλλέων στήνανε το δίχτυ και ‘μεις οι μικρότεροι κάναμε την κερκίδα.

Και μετά, η πρώτη μας θεατρική παράσταση μπροστά σε κόσμο από τη σχολή των Αγγλικών του αείμνηστου Ασημακόπουλου.

Επίσημα πράγματα στο θέατρο ” ΗΡΩΔΕΙΟΝ” με την αίθουσα κατάμεστη και αξέχαστο έργο ” Η επιστροφή του ευεργέτη”.

Η προσμονή των παιδιών ήταν ο γιορτασμός της Πρωτομαγιάς. Στο σημερινό πάρκο των Μικρασιατών, απέναντι από την ταβέρνα του πατέρα, στήνονταν οι Κούνιες, η Ρόδα, ο Γορίλας, το Λούνα Παρκ, ο Γύρος του θανάτου, τα Συγκρουόμενα.

Άφηνα κλεφτά τον δίσκο από την ταβέρνα, που εκείνες τις μέρες είχε την τιμητική της, για να τρέξω στα παιχνίδια απέναντι.

Τις Απόκριες κεντρικό θέμα ήταν το γαϊτανάκι. Για μας, το γαϊτανάκι ήταν το ομοίωμα γαϊδάρου φτιαγμένου με ζωγραφιστή χάρτινη μουτσούνα. Σκυμμένοι στα τέσσερα, δυο συμπολίτες μας με ένα πανί για σαμάρι, έκαναν τον γάιδαρο να χορεύει.

Πόσο αστείο φαινόταν στα παιδικά μας μάτια..

Ο ” Άνθρωπος ” αετός όμως ήταν το καμάρι μου. Μοναδικό χειροποίητο κατασκεύασμα του πατέρα μου, σηκωνόταν ψηλά στον ουρανό ενώ εμείς φωνάζαμε.. Άνθρωπος στον ουρανό! Άνθρωπος στον αιθέρα!

Τον Σεπτέμβρη, ήταν ο μήνας που πλέναμε τα βαρέλια της ταβέρνας στο πεζοδρόμιο της Πίνδου.Τα ασβεστώναμε για απεντόμωση και τα ανεβάζαμε ψηλά στη θέση τους για να γεμίσουν με την νέα σοδειά.

Ύστερα ερχόταν ο τρύγος. Αναγκαία συνθήκη για καλό κρασί στην ταβέρνα. Ταξίδι στα Σπάτα, πάτημα στο πατητήρι, φόρτωμα στα βαρέλια, ρετσίνι στους γκαζοτενεκέδες. Ταξίδι, δουλειά βαριά για ένα παιδί αλλά και εμπειρία μαζί.

Νεανικές αναμνήσεις.

Ήσυχες και οι νέες γειτονιές, ανήσυχες οι ψυχές μας που σαν νεαροί πια, αρχίσαμε τις βόλτες στο άλσος, τους έρωτες και τα τουρνουά στα σφαιριστήρια. Στου Καβούρ, πίσω από τον Ιωνικό, και στο υπόγειο του πολυσύχναστου καφενείου της Αίγλης, όπου σήμερα λειτουργεί το καφέ Μικέλ, παίζαμε μανιωδώς γαλλικό μπιλιάρδο, ποδοσφαιράκια, φλιπεράκια.

Ροκάδες και γιεγιέδες της εποχής φτιάξαμε και το δικό μας μουσικό συγκρότημα. Τους Rising.

Μια μεγάλη παρέα όλοι μας, τότε.

Μεγαλώναμε, και μαζί μας μεγάλωνε και η πόλη. Κατοικήθηκαν η Μάδυτος, η περιοχή των Απομάχων, η Νησίδα και οι Εργατικές κατοικίες. Μέσα στις νεανικές ανησυχίες μας ήταν και η οικολογική και πολιτιστική μας δράση στην πόλη. Συμμετείχαμε ενεργά στον Οικολογικό και Μορφωτικό Σύλλογο ” Η ΝΕΑ ΜΑΔΥΤΟΣ “.

Σήμερα, η προσφυγική στέγη στην Πλατεία Κωνσταντινουπόλεως, που ένωσε οκτώ οικογένειες με δέσιμο ζωής, δεν υπάρχει. Μετά την προσφυγιά, η φωτιά μας χάρισε τη ζωή στη Φιλαδέλφεια, αλλά ο σεισμός την έκανε μνήμη δυνατή!

Γρήγορα τα διερχόμενα χρόνια.Ζω πάντα εδώ γύρω και θυμάμαι..


Στην αλάνα της τότε Πλατείας Κωνσταντινουπόλεως η παιδική ποδοσφαιρική ομάδα

 

Κάτω δεξιά : Π. Παπαζωγράφος, Ν. Μαργαριτόπουλος, Γ. Βασιλειάδης,. Πάνω από δεξιά: Τ. Χρυσανθόπουλος,Ιορδάνης,Δ. Ζαφεράτος, Ν. Φωκίδης, Χ. Κακαλιάς, Π. Θωμάκος

 

The Rising από δεξιά: Α. Γιαννόπουλος, Ν. Φωκίδης, Ε. Ελευθεριάδης,Γ.Γάγγος,Μ. Ευσταθίου.

 

ΝΕΑ ΜΑΔΥΤΟΣ από δεξιά: Γ. Στρουσόπουλος, Γ. Μαρκοπουλιώτης, Ρ. Γλέζου,Μ. Μαχαίρας, Β. Ματσουκά,Χ. Χαραλαμπίδης,Ν.Φωκίδης