Σταύρος Ξενίδης – «Ακτινοβολούσε με το ταλέντο και το ήθος του»

207

Ο «αστυνόμος Μπέκας» της μικρή οθόνης, ο συνταγματάρχης που τα έλεγε «τσεκουράτα» του σινεμά, ο ηθοποιός που αγάπησε με πάθος το θέατρο, ο άνθρωπος που αφοσιώθηκε στη γυναίκα με την οποία παντρεύτηκαν δύο φορές, ο Φιλαδελφειώτης που έλεγε «για μας του παλιούς, η Φιλαδέλφεια ήταν κάτι το ξεχωριστό», ο ταλαντούχος και αγαπημένος Σταύρος Ξενίδης.

«Όταν ένα ρόλο τον παίζει ο Σταύρος, θα αναδειχθούν χωρίς τεχνάσματα και υπερβολές όλες οι πτυχές του. Είναι λαμπρός ηθοποιός, εξαιρετικός άνθρωπος. Στην σκηνή ακτινοβολούσε με το ταλέντο του και με το ήθος του. Είχαμε την μεγάλη τύχη να τον έχουμε μαζί μας». Με αυτά τα λόγια περιέγραψε ο σπουδαίος θεατράνθρωπος Κώστας Μουσούρης τον ηθοποιό Σταύρο Ξενίδη, στο λεύκωμα «Κώστας Μουσούρης-Πάθος Θεάτρου» του Μίλτου Λιδωρίκη.

Ήταν η εποχή που ο Κώστας Μουσούρης έφερνε στο ελληνικό θέατρο τη γόνιμη εμπειρία που είχε αποκτήσει στην Αμερική και ο Σταύρος Ξενίδης βίωνε με όλο του το είναι την ομορφιά της τέχνης του, την ομορφιά του να προσφέρεις στο κοινό σου και συγχρόνως να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος μέσα από την υποκριτική.

Το θέατρο που αγάπησε

Η περίοδος αυτή στο θέατρο Μουσούρη (1950-1976) ήταν για τον Σταύρο Ξενίδη η πιο γόνιμη, όπως έλεγε ο ίδιος. «Αισθανόμουν ότι πραγματικά “λειτουργούσα”, ότι προσέφερα κάτι ουσιαστικό στον κόσμο και ταυτόχρονα ότι έπαιρνα πολλά από την τέχνη μου. Με βοήθησε να ξεδιπλωθώ, σαν άνθρωπος και σαν ηθοποιός, να αναγνωρίσω τον εαυτό μου, τα καλά και τα κακά σημεία μου. Πράγματα ακαθόριστα μέσα μου, πήραν μια συγκεκριμένη μορφή. Πιστεύω ότι έγινα καλύτερος σαν άνθρωπος, αυτά τα χρόνια της δημιουργίας», εξηγεί σε συνέντευξη που έδωσε το Σεπτέμβριο του 1988, σε τοπική εφημερίδα της Φιλαδέλφειας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το θέατρο έχασε στα μάτια του Σταύρου Ξενίδη τη μαγεία του, έπαψε να είναι μια τελετουργία μεταξύ θεατών και ηθοποιών και αυτό το επεσήμαινε με νοσταλγία αλλά και με πίκρα. «Το θέατρο έχει χάσει το τελετουργικό του μέρος. Κάποτε ο θεατής, έπρεπε να γυρίσει από τη δουλειά του, να έχει κλείσει θέσεις από την προηγούμενη μέρα, να πλυθεί, να ντυθεί καλά, για να πάει στο θέατρο. Σήμερα, βλέπω πολλούς ανθρώπους, που αντί να μπούνε σε μία ταβέρνα ή σε ένα μπαρ που είχε πολύ κόσμο, έρχονται συμπτωματικά στο θέατρο. Βέβαια δεν είναι μόνο ο θεατής, έχουν και οι ίδιες οι παραστάσεις αμβλύνει την κατάσταση. Η παράσταση είναι το προϊόν. Ας πούμε λοιπόν ότι είναι ένα γλυκό. Επειδή δεν τραβιέται από τον πελάτη το γλυκό, θα πρέπει ο κατασκευαστής να το παραγεμίσει με ζάχαρη; Κάπως έτσι γίνεται σήμερα, με τις βωμολοχίες, σε μία παράσταση. Και η Επίδαυρος, έχει γίνει ταραντέλα. Το θέατρο της Επιδαύρου, στην εποχή του, λειτουργούσε με κόσμο που ξεκινούσε από όλα τα μέρη της Ελλάδας, με κάρα, και πήγαινε να λειτουργηθεί. Ήταν παιδεία το θέατρο, θρησκεία». Επίκαιρα τα λόγια του παρότι προέρχονται από το 1988.

Η τελευταία φορά που ο Σταύρος έπαιξε στο θέατρο ήταν ήταν δίπλα στον Νίκο Κούρκουλο, στο έργο «Ψηλά από τη Γέφυρα» του Άρθουρ Μίλλερ, στο μακρινό πια 1986. Είχαν μεσολαβήσει σαράντα δύο ολόκληρα χρόνια από την πρώτη του εμφάνιση, τον Οκτώβριο του 1944, στο Θέατρο Τέχνης, με το έργο «Στο Βυθό» του Μαξίμ Γκόρκι.

Μάλλον είχαν αλλάξει πολλά από τις αρχές της δεκαετίας του ’40 όταν γοητευμένος από το θέατρο ο Σταύρος Ξενίδης διδάχτηκε την υποκριτική στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, παρά την αντίθετη γνώμη του πατέρα του και παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος αντιλαμβανόταν ότι ο ηθοποιός είναι ένα «τσιγγάνικο επάγγελμα» -έτσι το ‘λεγε- με αβέβαιο μέλλον.  

Εμφανίστηκε σε περισσότερες από 70 ταινίες

Ο Σταύρος Ξενίδης έζησε όμως και τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Εμφανίστηκε σε περισσότερες από 70 ταινίες, σχεδόν πάντα σε δεύτερους ρόλους και συνήθως στο πλευρό κωμικών ηθοποιών, …χτίζοντας έναν από τους μεγαλύτερους «καρατερίστες» του ελληνικού κινηματογράφου στη διάρκεια των 36 χρόνων που μεσολάβησαν από «Το τραγούδι του πόνου» (1953) έως το «Γραφείο ιδεών» (1989).

Η αγάπη για την τηλεόραση

Αγάπησε όμως πολύ και την τηλεόραση, γιατί πίστευε ότι συνδυάζει την ευαισθησία του κινηματογράφου και την άπλα του θεάτρου. «Πάντως, προσωπικά αγαπώ πολύ τη δουλειά στην τηλεόραση, γιατί είναι η συνισταμένη της ευαισθησίας του κινηματογράφου, με την άπλα, το “ξεδίπλωμα” του θεάτρου. […] Στην τηλεόραση, ο φακός σε ακολουθεί, υπάρχουν πολλές κάμερες, που πιάνουν ακόμα και το πέταγμα του ματιού σου. Εκεί μπορείς πραγματικά να επικοινωνήσεις με το θεατή, χωρίς να αλλοιώσεις την ηθοποιία σου», έτσι έλεγε.


Η Φιλαδέλφεια

Για την πόλη που μεγάλωσε, τη Φιλαδέλφεια, όπου εγκαταστάθηκαν οι γονείς του το 1927 προερχόμενοι από την Κωνσταντινούπολη, ο Σταύρος Ξενίδης μίλαγε πάντα με αγάπη και μετέφερε γλυκές θύμησες.

Το πατρικό του σπίτι στη γωνιά των δρόμων Σμύρνης και Κορδελιού αποτέλεσε ακόμα και όταν έφυγε από τη Φιλαδέλφεια, το 1976, ένα είδος καταφυγίου, το εργαστήρι του, όπου διατηρούσε τα πράγματα του από την μακρόχρονη πορεία του στο θέατρο.

«Για μας του παλιούς Φιλαδελφειώτες, η Φιλαδέλφεια ήταν κάτι το ξεχωριστό» έλεγε στην κάμερα της εκπομπής «Παλιά Γειτονιά» (ΕΡΤ, 1985). Μίλαγε με νοσταλγία για τη γειτονιά του, για τα διώροφα σπίτια με τα κόκκινα κεραμίδια, για την αλάνα με το χώμα και τις πέτρες εκεί που έπαιζαν ως παιδιά τόπι και αργότερα μπαλίτσα.

Ξεχώριζε τη Φιλαδέλφεια από όλες τις άλλες προσφυγικές γειτονιές της Αθήνας. Την ξεχώριζε για τη ρυμοτομία της, γιατί είχε όμορφα και κυκλικά αναπτυχθεί γύρω από την πλατεία Πατριάρχου. Την ξεχώριζε όμως και για την αξιοπρέπεια των ανθρώπων της. Όταν τον ρωτούσαν για τα χρόνια της Κατοχής στη Φιλαδέλφεια, εκείνος περιέγραφε με ικανοποίηση ότι στην πόλη δεν υπήρχαν έντονα κρούσματα από προδότες ή μαυραγορίτες ολκής. «Πεινάσαμε, όπως όλος ο κόσμος, αλλά κρατήσαμε την αξιοπρέπεια μας, δεν υπήρχαν μεγάλες πηγές μαύρης αγοράς. Ίσως γιατί οι κάτοικοι της Φιλαδέλφειας, ήταν στην πλειοψηφία τους ήσυχοι άνθρωποι, υπάλληλοι που δεν είχαν ιδέα από εμπόριο», περιέγραφε σε συνέντευξή του.

Και η γυναίκα της ζωής του

Η αγάπη και η αφοσίωση ήταν κυρίαρχα και στην προσωπική ζωή του Σταύρου Ξενίδη. Σαν παραμύθι μοιάζει η σχέση του με τη γυναίκα της ζωής του, την ηθοποιό Μαργαρίτα Λαμπρινού με την οποία παντρεύτηκαν δύο φορές. Η πρώτη ήταν το 1955 και ακολούθησε ο χωρισμός την επόμενη χρονιά. Οι δυο τους ξανασμίξανε το 1976 και έμειναν μαζί μέχρι το τέλος. Ένας τέλος που βρήκε τον Σταύρο Ξενίδη στο Γηροκομείο Αθηνών, με τη σύζυγό του στο πλευρό του όμως, στις 2 Νοεμβρίου 2008.

 

INFO

Ο Σταύρος Ξενίδης, μοναχοπαίδι της οικογένειας Ξενίδη, γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1923 στην Κωνσταντινούπολη, ενδιάμεσο σταθμό του ταξιδιού που έκαναν οι δικοί του από τα ενδότερα της Τουρκίας προς την Ελλάδα. Το 1927 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Νέα Φιλαδέλφεια και ο ίδιος φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο του Σπαθάρη, απέναντι σχεδόν από το πατρικό του σπίτι. Η Κατοχή τον βρήκε στην 5η Γυμνασίου, οπότε ο Σταύρος Ξενίδης εγκατέλειψε τη Λεόντειο Σχολή και συνέχισε στο αυτοσχέδιο σχολείο που στήθηκε στον κινηματογράφο «Ηρώδειο», στα σύνορα με τη Χαλκηδόνα. Τελειώνοντας το σχολείο, δούλεψε για ένα χρόνο ως εμποροϋπάλληλος, το σαράκι του θεάτρου όμως τον «έτρωγε». Σπούδασε υποκριτική στη Σχολή Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν, με δάσκαλο το Βασίλη Διαμαντόπουλο και πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1944.

Ταύτισε τη θεατρική του πορεία με το Θέατρο του Κώστα Μουσούρη με το οποίο συνεργάστηκε και πρωταγωνίστησε για περισσότερο από δύο δεκαετίες, από το 1950 έως το 1976 που πέθανε ο Κώστας Μουσούρης.

Στον κινηματογράφο, αν και σε δεύτερους ρόλους, έγραψε τη δική του ιστορία κυρίως στις ταινίες: «Ο Ηλίας του 16ου» (1959), «Περάστε την Πρώτη του Μηνός» (1965), «Το Κοροϊδακι της Δεσποινίδος» (1960), «Ο Ρωμιός Έχει Φιλότιμο» (1968), «Χριστίνα» (1960), «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1965), «Μοντέρνα Σταχτοπούτα» (1965), «Η Κόρη μου η Σοσιαλίστρια» (1966), «Ο Στρίγγλος Που Έγινε Αρνάκι» (1967) κ.ά.

Στη μικρή οθόνη αγαπήθηκε ιδιαίτερα ως «Αστυνόμος Μπέκας» στην τηλεοπτική μεταφορά των αστυνομικών μυθιστορημάτων του Γιάννη Μαρρή, («Ο Θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα» – 1987, «Το Μυστικό του Άρη Μπονσαλέντη» -1991 και «Μια γυναίκα από το παρελθόν -1992). «Ο συμβολαιογράφος» (1979), το «Πάρκινγκ» (1984) και