Κώστας Κουβέλης: Η Φιλαδέλφεια έχει κρατήσει το «καλημέρα Κωστάκη»

767

Από την Τρωάδος στρίβεις δεξιά στο στενάκι της Νικηφόρου Μανδηλαρά. Και ποιος παλιός Φιλαδελφειώτης δεν ξέρει το «κουρείον» του Κουβέλη. Εκεί συναντήσαμε τον Κώστα Κουβέλη που συνεχίζει το επάγγελμα του κουρέα που ξεκίνησε ο παππούς του τη δεκαετία του ’60.

Μας μίλησε για την οικογενειακή επιχείρηση, για τα σύγχρονα μπαρμπέρικα και μοιράστηκε μαζί μας ιστορίες και εικόνες μιας άλλης εποχής που έχουν αρμονικά βρει τη θέση τους στο σήμερα της πόλης.

Τρεις γενιές «κουρείον» Κουβέλη. Η οικογενειακή επιχείρηση έχει πλέον μια ιστορία…

Ο παππούς μου, ο Κώστας Κουβέλης, ξεκίνησε στην αρχή με το κασελάκι του να γυρνάει τις γειτονιές του Μαραθώνα όπου γεννήθηκε. Αυτοδίδακτος κουρέας. Στη δεκαετία του ’50 η οικογένεια του αγόρασε σπίτι στις εργατικές κατοικίες της Φιλαδέλφειας. Το πατρικό σπίτι υπάρχει ακόμα. Εννιά παιδιά είχε ο παππούς μου. Οι περισσότεροι έμειναν στη Φιλαδέλφεια και έκαναν τις δικές τους επιχειρήσεις. Ο παππούς μου στις αρχές του ’60 άνοιξε το πρώτο «κουρείον» στην Αλ. Παπάγου, όχι μακριά από δω. Ο πατέρας μου, Χρήστος Κουβέλης, μπήκε στο κουρείο από τα 20 χρόνια του και το Νοέμβριο του 1968 το έφερε εδώ στη Νικηφόρου Μανδηλαρά. Το 1996 μπήκα και εγώ στη δουλειά, δειλά- δειλά σαν βοηθός στην αρχή, παραπαίδι που λέμε. Το 2009, ο πατέρας μου που είχε βγει ήδη στη σύνταξη αποχώρησε οριστικά λόγω προβλημάτων υγείας και από τότε βαδίζω μόνος μου σ’ αυτό τον ίδιο χώρο. Όπως βλέπετε εδώ έχω κρατήσει τις μηχανές και τα σύνεργα που χρησιμοποιούσαν οι δυο τους.

Το επάγγελμα του κουρέα το διαλέξανε ή τους διάλεξε;

Όπως σας είπα ο παππούς μου πριν ακόμα ανοίξει το μαγαζί είχε το κασελάκι του. Το γεγονός ότι ο κουρέας είναι από τα αρχαιότερα επαγγέλματα νομίζω ότι τον επηρέασε, και η φτώχεια όμως. Ο πατέρας μου ακόμα κι όταν αποχώρησε με τα προβλήματα υγείας του ήθελε να έρχεται, παρότι ήταν καταπονημένος. Έφτιαχνε η ψυχολογία του όταν ερχόταν στο μαγαζί. Και εγώ όμως δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι άλλο.

Σε ποια ηλικία πρωτομπήκατε στο «κουρείον»;

Το 1989 όταν ήμουνα 11 χρόνων ερχόμουνα στη γειτονιά να παίξω με τους φίλους μου, να γραφτώ στο μπάσκετ, να κάνω ποδήλατο… με έφερε όμως η καθημερινότητα και το αγάπησα το κουρείο. Και αφού δεν τα κατάφερα και με το σχολείο, έμεινα εδώ. Μπήκα 11 και έφτασα 43. Θυμάμαι καθόμουνα σε μια καρέκλα και μου ΄λεγε ο πατέρας μου «κοίτα εδώ το ψαλίδι…» και του ‘λεγα «άσε ρε πατέρα που θα γίνω εγώ κουρέας»… και έγινα κουρέας…

Και πώς αισθάνεστε σήμερα γι’ αυτή την επιλογή;

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνω κάτι άλλο… και γω ως νέος έμπαινα, έφευγα από το μαγαζί, έκανα άλλες δουλειές, αλλά όχι δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, έχω αγαπήσει τόσο πολύ αυτό το επάγγελμα.

Οι περισσότεροι πελάτες σας λογικά έρχονται χρόνια στο μαγαζί… Τι σχέση έχετε αναπτύξει μαζί τους;

Δεν είναι πια πελάτες. Αναπτύσσεται άλλου είδους σχέση. Είναι από τη μια οι πελάτες που έρχονται από τα παλιά, οι πελάτες του πατέρα μου, και από την άλλη οι νέοι. Με τους πελάτες του πατέρα μου μιλάμε για κείνη την εποχή, για τον πατέρα μου, για μένα πιτσιρικά. Με τους νεότερους λέμε άλλα πράγματα, για το ποδόσφαιρο…

Με άλλα λόγια σχεδόν καθημερινά …ξαναβλέπετε εικόνες από μια άλλη εποχή, όταν ο πατέρας σας ήταν νέος και εσείς μικρό παιδί… είναι και λίγο στενάχωρο αυτό;

Όχι, γιατί υπάρχει κάτι που δεν αλλάζει όλα αυτά τα χρόνια, είναι η γειτονιά που δεν αλλάζει και αυτό είναι κάτι μαγικό. Εγώ είμαι πολύ δεμένος με τη γειτονιά. Θυμάμαι από παιδί από τα 100 άτομα που περνάγανε οι 90 λέγανε «γειά σου Κωστάκη».. και μπορεί να έχουμε φύγει κάπως απ’ αυτό, αλλά ο συνδετικός κρίκος με εκείνη την εποχή δεν έχει χαθεί. Και αυτό μ΄ αρέσει γιατί είμαι λίγο παραδοσιακός και παλαιομοδίτης.

Είναι το «κουρείον» σημείο συνάντησης του παλιού με το καινούριο;

Έτσι είναι… οι παλιοί έχουν φέρει τα παιδιά τους και εκείνα τα δικά τους παιδιά… Πολλές φορές μου έχει τύχει παλιός πελάτης να φέρνει το γιό του και να του λέει «Δημητράκη εδώ με κούρευε ο παππούς του Κώστα».. αυτή η συνάντηση των γενιών σαν μια ρόδα που γυρίζει είναι πολύ συγκινητική και όμορφη.

Πραγματικά δεν  ξέρεις τι σου επιφυλάσσει η κάθε μέρα. Είναι και κάποιοι που μπορεί να τους έχω γνωρίσει όταν ήμουν 15 χρόνων και ξαφνικά εμφανίζονται μπροστά μου, μπορεί να είχαν φύγει στα χωριά τους και να έχουν έρθει να δούνε τους τους γονείς τους ας πούμε, και μπαίνει ένας άγνωστος ο οποίος τελικά αποδεικνύεται πολύ γνωστός μου. Έχουνε δει εικόνες τα μάτια μου πολλές και δεν ξέρω πραγματικά τι μου επιφυλάσσει η κάθε μέρα. Είναι γεμάτη απρόοπτα ευχάριστα…

Και γι’ αυτό το λόγο επιμένω με αυτό το μαγαζί, παρότι μου έχουν δοθεί ευκαιρίες να κάνω κι άλλα πράγματα, πιο μοντέρνα, κομμωτήρια… αλλά δεν το επέλεξα γιατί είμαι και στη ζωή μου ρετρό. Αν αύριο το πρωί εξαφανιζόταν αυτό το κουρείο πάλι αυτό θα ήθελα να ξαναχτίσω.

Υπάρχει κάποια ιστορία που θυμάστε από τα παλιά;

Ήμουνα 13-14 χρονών και καθόμουνα εδώ στον καναπέ και μπαίνει ένας πελάτης και λέει με ύφος σοβαρό στον πατέρα μου, «Χρήστο αυτό δεν έπρεπε να μου το κάνεις εμένα». «Τι σου ‘κανα» ρωτάει ο πατέρας μου. «Να, σε είδα, στο προηγούμενο κούρεμα μου ‘βάλες νερό από το μπουκαλάκι στα δεξιά και τα μαλλιά μου μεγαλώσανε γρήγορα… και δεν έπρεπε να μου το κάνεις αυτό»… «Κύριε Μιχάλη δεν μιλάς σοβαρά», ο πατέρας μου και τέτοια… Και εγώ τότε δεν ήξερα τι να πιστέψω… όταν μεγάλωσα μου εξήγησε ο πατέρας μου.

Είναι σημείο αναφοράς για τη Φιλαδέλφεια το «κουρείον» του Κουβέλη;

Το εισπράττω και από τους νέους που μου λένε με ‘στειλε ο πατέρας μου. Στη Φιλαδέλφεια υπάρχουν  και πιο μεγάλα και πιο καλά μαγαζιά και σίγουρα και πιο καλοί τεχνίτες, αλλά αυτό που εισπράττει ο πελάτης εδώ, είναι αυτό που κερδίζει και κάνει το κουρείο σημείο αναφοράς. Πολλοί πελάτες μου έρχονται για την παλιά καρέκλα, για τον παλιό καναπέ, γιατί αισθάνονται πιο άνετα όταν έρχονται με τα λερωμένα ρούχα της δουλειάς. Δεν λέω ότι είμαι καλύτερος, αλλά είναι ο χώρος μου, με την πινακίδα του πατέρα μου.

Αισθάνεστε ότι η επιλογή αυτή σάς έχει «κόψει» τη δουλειά;

Και να μου χαρίσουν ένα σύγχρονο μπαρμπέρικο, πάλι ίδιο μ’ αυτό θα το κάνω. Δεν μπορώ να λανσάρω κάτι άλλο.

Πώς τα πήγατε με την πανδημία;

Όπως όλος ο κόσμος. Προσπαθώ να συνεχίζω χωρίς άγχος, γιατί η κατάσταση δεν επηρεάζει μόνο εμένα, μας αφοράς όλους  σε όλο τον κόσμο. Δύσκολη η κατάσταση όταν ένα μαγαζί είναι κλειστό. Ανοίξαμε και κλείσαμε πολύ φορές. Άγχος και αβεβαιότητα. Ευελπιστώ όμως ότι φθίνει σιγά σιγά η κατάσταση αυτή, για να μπορέσουμε να οργανωθούμε ξανά σαν κατάστημα, σαν οικογένεια, σαν κοινωνία.

Τι έχετε αγαπήσει στη Φιλαδέλφεια;

Η Φιλαδέλφεια ακόμα και σήμερα, μετά με τόσες αντιξοότητες έχει κρατήσει αυτό της γειτονιάς, την αμεσότητα με τον απέναντι,  το «καλημέρα Κωστάκη», μια ανθρώπινη επικοινωνία, μια επαφή, με το κουτσουμπολιό της παράλληλα, με όλα μαζί.

Η εικόνα αυτή είναι, λέτε, χαρακτηριστική της Φιλαδέλφειας;

Έχει να κάνει με το ότι η Φιλαδέλφεια είναι προσφυγική πόλη. Το μικρασιατικό στοιχείο έδωσε αυτό το χαρακτήρα στην πόλη.  Φθίνουν όλα αυτά βέβαια, αλλά υπάρχουν ακόμα αποθέματα.

Θα δούμε και τέταρτη γενιά στο «κουρείον» του Κουβέλη;

Έχω τρία αγόρια και ναι θα ήθελα κάποιος να συνεχίσει το επάγγελμα αυτό. Θα είναι η χαρά μου.